του Διονύση Τσιριγώτη*,

Η συζήτηση για την επέτειο των 200 χρόνων από την Ελληνική Εθνεγερσία, εκτός από τα γενικότερα ερωτήματα που εγείρει περί των αιτίων-αιτιατών της, του ρόλου των ξένων δυνάμεων και της φύσεώς της, δεν μπορεί παρά να επικεντρωθεί στο αξονικό ερώτημα περί του ιστορικού μέλλοντος του Ελληνισμού το οποίο εξακολουθεί να παραμένει μετέωρο.

Αυτό γιατί η αποδόμηση των συστατικών του παραμέτρων, που από την περίοδο των κρητομηκυναϊκών χρόνων έως τον ενταφιασμό του οράματος της Μεγάλης Ιδέας στα παράλια της Ιωνίας συγκροτείται σε ανθρωποκεντρική βάση με γνώμονα την καθολική ελευθερία που απολαμβάνει μέσα από την οργάνωση του πολιτικού του βίου σε πόλεις και κοινά, θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός μικρού κράτους, πλήρους εξαρτημένου και καθολικά υποταγμένου στο νεωτερικό κανόνα. Οι έννοιες γλώσσα, θρησκεία, εθνική ταυτότητα, πατρίδα, παιδεία, ιστορία, εμβαπτίζονται από την κοραϊκή μετακένωση, ανακτώντας την χαμένη τους ταυτότητα «ἀπὸ τὰ “πεφωτισμένα καὶ λελαμπρυσμένα τῆς Ἑσπερίας ἔθνη”. Μὲ δυὸ λόγια, οἱ Ἕλληνες, ποὺ δὲν εἶναι ἀκόμα Ἕλληνες, γίνονται Ἕλληνες στὸ ποσοστὸ ποὺ ἀντιγράφουν μὲ πληρότητα τοὺς Γερμανοὺς ἢ τοὺς Γάλλους».

Η εξέλιξη αυτή είναι ολωσδιόλου αναντίστοιχη με το επαναστατικό πρόσημο της Εθνεγερσίας, προδηλώμενο ήδη στις συστατικές παραμέτρους της Πολιτείας του Ρήγα –στον «αυτοκράτορα λαό» και στις πολιτειακές αυτονομίες που αντανακλούν την «πολιτισμική πολυσημία του έθνους». Το κράτος του Ρήγα «είναι ένα («με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον του διάφορα γένη») και αδιαίρετο («με όλον οπού ποταμοί και πελάγη διαχωρίζουν τες επαρχίες του»). Δεν είναι όμως πολιτειακά ενιαίο ούτε και πολιτικά κυρίαρχο» (Γ. Κοντογιώργης).

Το εάν και σε ποιο βαθμό η σημερινή Ελλάδα αποτελεί την περίπτωση φθίνοντος έθνους κατά την υπόθεση εργασίας του Παναγιώτη Κονδύλη, επαληθεύοντας την αποδόμηση κάθε στοιχείου της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού όπως καταδεικνύετε στο Finis Graeciae του Χρ. Γιανναρά, συναρτάται από την ύπαρξη ή τη γέννηση ενός οικουμενικού οράματος για τη θέση και το ρόλου του Ελληνισμού στον κόσμο.

Αναδιφώντας στην ιστορική διαχρονία είναι ηλίου φαεινότερον ότι η επιβίωση της εκάστοτε συλλογικής οντότητας, ήτοι του κράτους-έθνους, είναι ταυτόσημη με την πρόταξη πολιτικού σκοπού, πρωταρχικά με την αξίωση ελευθερίας και συνακόλουθα με την σύνολη ευδαιμονία. Για να θυμηθούμε τη διαπίστωση του Ίων Δραγούμη:

«Ένα έθνος δεν δύναται να ζήση επί πολύ όταν δεν έχη ιδανικόν, σκοπόν προς τον οποίον να τείνη. […]. Όταν το Έθνος δεν έχη ιδανικόν, όταν δεν πιστεύη εις αυτό, δεν έχει πρόγραμμα, δεν έχει γνώμονα να κρίνη τι το συμφέρει και τι όχι, ποιος το ωφελεί και ποιος το βλάπτει, παραπαίει, στέκεται, λιμνάζει σε τέλμα συναλλαγής και αλληλοφαγώματος, εις το οποίον οι ασυνείδητοι μόνον επιτήδειοι επιτυγχάνουν, ως ότου άλλο Έθνος που ακολουθεί με πίστιν το ιδικό του πρόγραμμα τους σαρώσει όλους».

Αναμφίλεκτα η αλλοτρίωση ή η εξάλειψη των διυποκειμενικών παραγόντων του Ελληνισμού (γλώσσα, ιστορία, ταυτότητα, πατρίδα, κ.α.), των παραδόσεών του και η μεταμοντέρνα πρόσδεση σε εθνομηδενιστικά ευφυολογήματα απολήγουν στην κατάλυση του αέναου θεμελιακού του υποβάθρου, του αναλλοίωτου συστατικού της ιστορικής του συνέχειας, του Ελληνικού πνεύματος.

Η εξέλιξη αυτή εκκινά με την υποστασιοποίηση της Ελληνικής Εθνεγερσίας και τη μεγάλη συζήτηση για την επιρροή των ιδεών του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης στην έναρξη και την εξέλιξή της. Χωρίς να δύναται να εντρυφήσουμε στην περιοδολόγηση των θεωρητικών σχημάτων που αναπτύσσονται από τις ετερόκλητες πνευματικές κινήσεις που αναφύονται στη Δυτική Ευρώπη περί τα τέλη του 17ο αρχές του 18ο αιώνα για να απαντήσουν στην αιτιώδη διασύνδεση μεταξύ πνευματικού-αισθητού κόσμου, θα αρκεστούμε στη διαπιστωτική απόφανση του Π. Κονδύλη:

«Το γεγονός ότι οι τεράστιες ανατροπές, που συνηθίζουμε να συνοψίζουμε με την έκφραση “Γαλλική Επανάσταση”, τελικά ωφέλησαν την αστική τάξη […] δεν μας δίνει το δικαίωμα να χαρακτηρίζουμε τις παραπάνω ανατροπές in toto ως αστική επανάσταση. Διαφορετικά επικρατεί μια μεταφυσική-τελολογική θεώρηση των πραγμάτων και ο ιστορικός, σύμφωνα με μια ρήση του Fr. Sclegel, μεταβάλλεται σε αναδρομικό προφήτη».

Κατά τούτο η οποιαδήποτε μεθερμηνεία- εξιστόρηση του κοινωνικοπολιτικού-στρατιωτικού εγχειρήματος της Ελληνικής Εθνεγερσίας μέσω της υποστασιοποίησης του στις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης είναι ανοίκεια-άγνωστη με την κοσμοσυστημική, ανθρωποκεντρική του ιδιοσυστασία. Γιατί η πνευματική, οικονομική και θρησκευτική απογείωση του Ελληνισμού στον «υστεροβυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο δεν ταξινομείται στην έννοια του Διαφωτισμού, καθώς οι πνευματικές της προτεραιότητες είναι εστιασμένες στις πραγματικότητες της οικουμενικής φάσης του ελληνικού/ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και στις δουλείες που επέβαλε η οθωμανική αιχμαλωσία του». (Γ. Κοντογιώργης)

Επανερχόμενοι στο αφετηριακό μας ερώτημα, η επιβίωση του Ελληνισμού ως αυθύπαρκτης συλλογικής κοινωνικοπολιτικής οντότητας συνίσταται στη νοηματοδότηση του πολιτικού του βίου μέσα από το βαθύτερο νόημα που κομίζει η αξίωση ελευθερίας-ανεξαρτησίας ως έσχατο αγαθό της ανθρώπινης ύπαρξης και θεμελιακό υπόβαθρο του ανθρωποκεντρικού του χαρακτήρα. Συνεπαγόμενα η πρόταση πολιτικής ή η νέα «Μεγάλη Ιδέα» που οφείλει να διαμορφώσει το Ελληνικό κράτος συνίσταται στην αναβίωση του Ελληνικού πνεύματος, προτάσσοντας την καθολική επαναξιολόγηση-επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου-ρόλου της ανθρώπινης ύπαρξης σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.

«Εις την ιστορίαν εξ όλων των Εθνών το Ελληνικόν έχει ιδιαιτέρον χαρακτηριστικόν ότι αναγεννάται και αναζή.[…]. Όταν πάλιν ο Ελληνισμός εφάνη θνήσκων υπό τη ρωμαϊκήν δεσποτείαν, όταν βάρβαροι επιδρομείς ελυμαίνοντο και τότε τας Ελληνικάς χώρας, το Ελληνικόν Πνεύμα ενεκολπώθη και εχειραγώγησε την θρησκείαν, ήτις θα ελύτρωνε την ανθρωπότητα. Με ιδανικόν τότε τον Χριστιανισμόν, μετά πολύ δυσκολωτέρους από τους τώρα αγώνας το Ελληνικόν Έθνος ανέζησεν εις το μέγα Βυζαντινόν κράτος. Τώρα έχει ιδανικόν του την ανάστασιν του Έθνους». (Ίων Δραγούμης).

*Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς.

in.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *