της Ευαγγελίας Κοζυράκη,

Η ενασχόληση με τον Ρήγα Βελεστινλή και το έργο που μας κληροδότησε δεν αφορά απλώς μία ακαδημαϊκού τύπου προσέγγιση και ακραιφνώς θεωρητική συζήτηση γύρω από έναν μεγάλο πνευματικό άνθρωπο, στοχαστή και πολιτικό που έζησε και έδρασε στο δεύτερο μισό του 18ουαιώνα. Αφορά πρωτίστως την ορθολογική ανάγνωση της νεοτερικής εποχής που βιώνουμε σήμερα,κατ’ άλλους “μεταμοντέρνας δημοκρατίας της κατανάλωσης” και ειδικότερα τη συχνά επικληθείσαστο δημόσιο διάλογο νεοελληνική κακοδαιμονία.

Την εποχή του Ρήγα χαρακτήριζε το δίπολο μεταξύ αφενός του δυτικού κόσμου, ο οποίος αντιπροσώπευε την απολυταρχία -αρχικώς εμφανισθείσα ως ιδιωτική και κατόπιν κρατική φεουδαλική δεσποτεία- κι αφετέρου του ελληνικού/ανθρωποκεντρικού κόσμου. Ο πρώτος εξ’ αυτών εμπεριείχε κάποια σπέρματα ανθρωποκεντρισμού, όπως πχ. την πόλη και τη νομισματική οικονομία, που θα καλλιεργούσαν το μεταβατικό στάδιο της πολιτικής εξέλιξης από τη μικρή κλίμακα της “πόλης/κράτους” στη μεγάλη του “κράτους/έθνους” και ως προς τούτο διαφοροποιείτο ουσιωδώς από τις ομόλογες του ασιατικές δεσποτείες. Στον αντίποδα, ο δεύτερος (ενν. ο ελληνικός κόσμος) αντιπροσώπευε στα τέλη του 18ου με αρχές 19ου αιώνα, τις θεμέλιες κοινωνίες ανάπτυξης του κοινωνικού ανθρώπου, δομημένες στη βάση της πολεοτικής οργάνωσης τωνκοινών/κοινοτήτων, αντιστοίχων με τις πόλεις/κράτη της ελληνικής αρχαιότητας, όπως αυτές εξελίχτηκαν κατά τους ελληνιστικούς, τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους διατρέχοντας ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Το κοινό σημείο των δύο αυτών “δρόμων” εντοπίζεται στη δυναμική της μετάβασης στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα που αποκαλείται νεοτερικότητα. Με τη σημαίνουσα όμως διαφορά πως η μεν Εσπερία μετά την κατάκτηση της Ρώμης τον 5ο μχ αιώνα από τα βαρβαρικά γερμανοσκανδιναβικά φύλα, εκκινούσε από τη μηδενική αφετηρία της δουλοπαροικίας -με εξαίρεση την ιταλική Αναγέννηση, που αποτέλεσε εσωτερική υπόθεση του Βυζαντίου και άρα πολιτισμικά εγγράφεται στο ελληνικό παράδειγμα- ενώ ο ελληνικός κόσμος στόχευε στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, του ξένου δυνάστη, και την ανοικοδόμηση της Οικουμενικής Κοσμόπολης τη φορά αυτή στη μεγάλη κλίμακα του έθνους κράτους.

Ο πολιτικός στοχασμός λοιπόν των δυτικών διαφωτιστών, των οποίων πολιτικό τέκνο ήταν η γαλλική επανάσταση του 1789, επικεντρωνόταν στο πώς θα υπερέβαινε τη φεουδαρχία και πώς θα οικοδομούσε και θα στέγαζε τις εξερχόμενες από αυτήν κοινωνίες στο εθνοκράτος υπό συνθήκες ελευθερίας. Γι αυτό και αρχικά ο γαλλικός διαφωτισμός ανέπτυξε μια λατρευτική σχέση με την ελληνική αρχαιότητα, την οποία ωστόσο στην πορεία υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει όταν αντιλήφθηκε ότι το “ελληνικό παράδειγμα” είχε να διδάξει πολλά για την τελική φάση της ενελευθερία δημοκρατικής αυτοθέσμισης των κοινωνιών. Φάση η οποία δεν ήταν στις προτεραιότητες της εξερχόμενης από τη δεσποτική φεουδαρχία Ευρώπη. Αυτή ήταν η αιτία της μεγάλης ρήξης του δυτικού “διαφωτισμένου κόσμου” με την υπερχιλιετή Βυζαντινή Κοσμόπολη, και της συστηματικής έκτοτε προσπάθειας που καταβλήθηκε για την απαξίωση του βυζαντινού κόσμου και την ταξινόμησή του άλλοτε ως αυτοκρατορία κι άλλοτε ως θεοκρατία.

Με άλλα λόγια ο γαλλικός διαφωτισμός τοποθέτησε τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα ως κόμβο μεταξύτης κλασσικής αρχαιότητας και της νεότερης εποχής εκβάλλοντας το Βυζάντιο από την ιστορικήσυνέχεια του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κεκτημένου, για να δικαιολογήσει την πολιτική τουυπεροχή και την πολιτισμική του ανωτερότητα μέχρι τις μέρες μας.

Ποιά ήταν λοιπόν η φύση του Βυζαντίου; Η φύση της βυζαντινής Οικουμένης ήταν ταυτολογικά η ίδια με τη φύση των ελληνιστικών κρατών στην πιο εξελιγμένη της μορφή. Αυτό που ισχυρίζεται ο δυτικός κόσμος ότι δήθεν εξέλειπε η “πόλις” από το Βυζάντιο διαψεύδεται από πληθώρα ιστορικών πηγών που καταμαρτυρούν την ολοκλήρωση της Οικουμενικής Κοσμόπολης, δηλαδή την ολοκλήρωση της βιολογικής εξέλιξης του ανθρωποκεντρικού κόσμου της μικρής κλίμακας που είχε ως θεμέλια κοινωνία την πόλη.

Κρίσιμοι προς τούτο παράγοντες ήταν τρεις: α.Το τέλος της ώνιας εργασίας/δουλείας, β. Η λειτουργία της εταιρικής οικονομίας που υποδηλώνει την εφαρμογή για πρώτη φορά της δημοκρατικής αρχής επί του οικονομικού συστήματος, και γ. Η γενίκευση του μικτού πολιτειακού συστήματος της μέσης δημοκρατίας του Αριστοτέλη. Παράλληλα, είχε αναπτυχθεί ένα υποδειγματικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας με υψηλού επιπέδου νοσοκομειακή περίθαλψη και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με το Πανδιδακτήριο της Πόλης, όπου διδάσκονταν όλες οι επιστήμες και φοιτούσαν ακόμη και βασιλείς. Στο επίπεδο της πολιτειακής οργάνωσης η βυζαντινή Κοσμόπολη λειτουργούσε διττά ως κεντρικό μεν πολιτικό σύστημα, με άρχουσα πόλη την μητροπολιτική Πρωτεύουσα και υπερέχουσα δύναμη τον βασιλιά, ο οποίος ωστόσο εν αντιθέσει με τον σημερινό πρωθυπουργό δεν ήταν μονάρχης αλλά εκλεγόταν, ελεγχόταν κι ανακαλούνταν από τον λαό, αντλώντας τη νομιμοποίησή του από τον Δήμο και τη Σύγκλητο. Πρωτογενής πηγή της πολιτείας στο Βυζάντιο είναι ο δήμος και η σύγκλητος βουλή, όχι ο βασιλιάς. Αλλά και ως περιφερειακό πολιτικό σύστημα, με την αυτοθέσμιση και την αυτονομία των πόλεων/κοινών. Με άλλα λόγια, ο βυζαντινός βασιλιάς ασκούσε έννομη επιστασία, μη δυνάμενος να εξουσιάζει πέραν των τειχών της Πόλεως ούτε τους πολίτες ατομικά. Οι οθωμανοί κατακτητές διατήρησαν σε γενικές γραμμές τη σχέση της ελληνικής οικουμένης με τις πόλεις οι οποίες αποτέλεσαν τους θύλακες της ελευθερίας των Ελλήνων, καθώς αυτή εξυπηρετούσε κατά τον καλύτερο τρόπο τα επικυριαρχικά τους συμφέροντα.

Ο Ρήγας λοιπόν βιώνει αυτήν την τελική φάση της βυζαντινής Οικουμένης και στοχάζεται πώς θα ανασυγκροτηθεί το ελληνικό ανθρωποκεντρικό κεκτημένο της κοσμόπολης στη μεγάλη κλίμακα του εθνοκράτους, την ίδια ώρα που οι ευρωπαίοι διαφωτιστές πασχίζουν να εκκινήσουν από τη μηδενική βάση της φεουδαλικής απολυταρχίας. Στη μνημειώδη Χάρτα του ο Ρήγας μας παρέδωσε την επικράτεια του κράτους αυτού όπου θα εφαρμοσθεί ένα πλήρες Σύνταγμα απ’ όπου προκύπτουν με σαφήνεια οι πολιτειακές επιλογές του και οι ιδεολογικές αποστάσεις του από το γαλλικό διαφωτισμό και τον δυτικό “δρόμο”. Ο Ρήγας επέλεξε ως κράτος την Οικουμενική Κοσμόπολη και εντός της το έθνος ως Κοσμοσύστημα με καταγωγική και όχι φυλετική αναφορά εξ’ αντιδιαστολής προς τον δυτικό τρόπο της φυλετικής ομοιογένειας. Επέλεξε δηλαδή την πολιτισμική πολυσημία, ουσιωδώς διάφορη της νεοτερικής πολυεθνικής παγκοσμιοποίησης, κατά το ότι αναγνώριζε την πολιτική αυτονομία ενός εκάστου κοσμοπολίτη εντός του συνόλου κράτους με έμφαση στην ελληνικότητα σε όλα τα πεδία δράσης, στη γλώσσα, στη θρησκεία, στην ταυτοτικήσυλλογική συνείδηση κλπ.

Εξ’ επόψεως εδαφικής έκτασης του κράτους αυτού, ο Ρήγας το οραματίστηκε από την Βαλκανική και τα νησιά της Μεσογείου μέχρι τη Μολδοβλαχία, ενώ ως πολιτικό πρόταγμά του έθεσε την αριστοτελική αρχή του “Μην άρχεσθαι υπό μηδενός” ή όπως ο ίδιος είπε “την ευθύνη του έθνους δεν την έχει ο ένας ούτε οι λίγοι, αλλά όλος ο λαός”. Σχεδίασε λοιπόν ο Ρήγας σε επάλληλη διάταξη τις περιφερειακές ενώσεις των πόλεων/κοινών με όχημα τη δημοκρατία και τη σύνολη κοσμόπολη ως κεντρικό πολιτειακό σύστημα στη βάση της αντιπροσωπευτικής αρχής με ισχυρό δημοκρατικό έρεισμα. Ο κοσμο-πολίτης του Ρήγα δεν είναι ο σημερινός ατελής, υπήκοος του κράτους, αλλά ο πλήρης πολίτης της εν ελευθερία δημοκρατίας, δηλαδή όλοι όσοι ασπάζονταν την καταγωγική πολιτισμική αναφορά του Ελληνα. Εδώ εντοπίζεται η σημαίνουσα διαφοροποίηση του Ρήγα από την πρόσληψη της ιστορικής κοσμόπολης, καθώς στη θέση του κεντρικού πολιτικού συστήματος αντί της κοινωνίας της μητρόπολης τοποθετεί την κοινωνία όλης της επικράτειας και εγκαθιδρύει παντού τη δημοκρατική αρχή. Κατ’ ακολουθίαν, το κεντρικό πολιτικό σύστημα δεν έχει αιρετό Βασιλιά αλλά νομοπαρασκευαστική Βουλή και συνοδική Κυβέρνηση, που απλώς εισηγείται τα μέτρα διακυβέρνησης και τη νομοθεσία στον λαό, ο οποίος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων, αλλαγής νόμων κλπ. Είναι ο Αυτοκράτωρ Λαός, όπως εύγλωττα τον αποκαλεί ο Ρήγας, που όντας πολιτειακά συντεταγμένος κατέχει την ουσία του πολιτικού συστήματος, ενώ η Πολιτική είναι θεσμικά υποχρεωμένη να εναρμονίζεται με τη συλλογική βούληση και το κοινό συμφέρον.

Στο ζήτημα της εκλογής των προσώπων και συγκρότησης των συλλογικών οργάνων, ο Ρήγας προβλέπει κάθε χρόνο να εκλέγει ο λαός τους “νομοδότες του” (τους βουλευτές), τους συνοδικούς “άρχοντες” (την κυβέρνηση) και τους αιρετούς “κριτές” (τους δικαστές).

Ηταν όμως ρεαλιστικά όλα αυτά ή απλώς ουτοπικά;

Απολύτως ρεαλιστικά διότι ανάγονταν στην ισχύ που αντιπροσώπευσε ο συλλογικός βίος των Ελλήνων και η δημοκρατική αυτοθέσμιση του ελληνικού κόσμου.

Τότε γιατί δεν εφαρμόστηκαν;

Διότι ο Ελληνισμός υπέστη συντριπτική ήττα στην ελληνική επανάσταση, όχι επειδή ήταν ουτοπικό το σχέδιο αλλά ο σχεδιασμός της Επανάστασης. Υιοθετώντας τον εξεγερτικό σχεδιασμό που προσιδίαζε στις δουλοπαρoικιακές μάζες απέτυχε να εδραιώσει την απαραίτητη πολιτική συνοχή για να ενώσουν τους επαναστατημένους Ελληνες όλων των εξεγερμένων περιοχών. Η άδοξη κατάληξη της εθνικής Παλιγγενεσίας σφραγίστηκε με τον ερχομό του Οθωνα και την εγκατάσταση της βαυαροκρατίας. Η εγκατάσταση ακριβώς του δυτικού απολυταρχικού κράτους στην καρδιά του ανθρωποκεντρικού ελληνισμού που βίωνε το στάδιο της οικουμένης αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος για την αποδόμηση του κοσμοσυστημικού του υπόβαθρου και μαζί του μείζονοςΕλληνισμού. Η αξίωση του κράτους αυτού η ελληνική κοινωνία να εναρμονισθεί με τις δεσποτικές απαρχές της αποτελεί την ζωτική αιτία που αυτή δεν δύναται να συμβαδίσει με τη νεοτερικότητα, δηλαδή να βρει την περπατησιά της στον σύγχρονο πρωτο-ανθρωποκεντρικό κόσμο.

Πηγή έμπνευσης του παρόντος άρθρου αποτέλεσε η διάλεξη του πρ. Πρύτανη Παντείου Ομ. Καθηγητού Γεωργίου Κοντογιώργη στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη με θέμα “Η πολιτεία του Ρήγα, η οικουμενική κοσμόπολη και το νεότερο κράτος. Μια συγκριτική αποτίμηση”, στις 21 Φεβρουαρίου2018. https://contogeorgis.blogspot.com/2020/04/blog-post_26.html. Βλ. επίσης το έργο του Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Εκδόσεις Παρουσία/Αρμός, Αθήνα, 2008

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *